Morphou Municipality Cultural Center (Competition)

Architects: Κωνσταντίνος Κωνσταντή, Θρασύβουλος Καραγιάννης
Location: Λευκωσία
Year: 2012

Η διαδικασία σχεδιασμού επιδιώκει να ενσωματώσει μια σύνθετη έννοια της μνήμης. Από τη μια την διατήρηση της μνήμης της ίδιας της Μόρφου σαν χώρος και σαν δοχείο ζωής με όλες τις φυσικές, ιστορικές και πολιτιστικές τις εκφάνσεις, και από την άλλη την συνέχεια της υπενθύμισης της τουρκικής εισβολής με την απώλειας της γης των Μορφιτών και όλων του συνόλου των τραγικών γεγονότων του 1974.

Οι δυο αυτές συνιστώσες τις μνήμης φέρονται εν τέλει από τη μορφή του κτηρίου και από το περιεχόμενο (context) της μορφής.

Φορέας της μνήμης της Μόρφου γίνεται το περιεχόμενο της μορφής (context). Το υλικό επικάλυψης του εκθεσιακού χώρου (πωρόλιθος) ενσωματώνει τις καταβολές στην κυπριακή γη και παραπέμπει έμμεσα στο υλικό κατασκευής της εκκλησίας του Άγιου Μάμα, σύμβολο της κωμόπολης. Η πορτοκαλιά στο κέντρο του αίθριου φέρει την ανάμνηση των πορτοκαλεώνων της Μόρφου, ενώ με ανάλογο τρόπο η επιλογή ενός γλυπτού στην θέση αυτή αντί του δέντρου, δύναται να προσφέρει εναλλακτική πτυχή της μνήμης του τόπου. Παράλληλα, η χωροθέτηση της βιβλιοθήκης και του εκθεσιακού χώρου στο κυκλικής κάτοψης κτήριο γύρω από το αίθριο, έρχεται να δημιουργήσει μια θεματική ενότητα μέσα από την οποία ολοκληρώνεται η ανασύσταση της νοητής παρουσίας της Μόρφου. Το τεκμηριωμένο παρελθόν και παρόν της κωμόπολης, μέσω των αρχείων και των εκθεμάτων γίνονται το τελευταίο στοιχείο της μνήμης της Μόρφου.

Η μορφή του κτηρίου, στοχεύει στη δεύτερη συνιστώσα της μνήμης: την υπενθύμιση της εισβολής. Η υπενθύμιση αυτή, διατηρείται ζωντανή μέσα από δυο είδους συναντήσεις/συνευρέσεις ανθρώπων εντός των ορίων του πολιτιστικού κέντρου. Τις επίσημες εκδηλώσεις που φιλοξενούνται στην αίθουσα εκδηλώσεων και τις τυχαίες συναντήσεις και την χαλαρή κουβέντα μεταξύ παλιών γνωστών και νεότερων. Το σχήμα του εκθεσιακού χώρου –ως κυκλικό- τείνει να λειτουργεί συγκεντρωτικά για τους ανθρώπους, αλλά και για τα βλέμματα, με σημείο έλξης μια πορτοκαλιά ή ένα γλυπτό, που σαν καταλύτης ενεργοποιεί την μνήμη και πυροδοτεί την συζήτηση. Το μέρος αυτό που φέρει την πληροφορία της μνήμης (η Βιβλιοθήκη και ο Εκθεσιακός χώρος) καταλήγει να τυγχάνει χειρισμού, ανάλογη με εκείνη ενός μνημείου, αφιερωμένο στη Μόρφου. Η προσέγγιση από ανοδικό διάδρομο –στο ίχνος ενός υφιστάμενου περάσματος στο τεμάχιο- και το κυκλικό σχήμα με σταδιακή μείωση προς τα πάνω συντείνουν σε ένα έντονα πνευματικό χώρο, με στατικότητα και ένα διακριτά «βαρύ» χαρακτήρα που επιδιώκει την αίσθηση της ρίζωσης του κτηρίου εις το διηνεκές. Αντιθέτως, το τμήμα που φιλοξενεί τις λειτουργίες του δημαρχείου, θέλοντας να υπογραμμίσει το προσωρινό της φιλοξενίας των δραστηριοτήτων του εκεί και την προσδοκία της επιστροφής, χαρακτηρίζεται από ισχυρή δυναμική μορφή. Η υπερύψωσή του τονίζει την αποσύνδεσή του από το έδαφος που προσωρινά το φιλοξενεί και η δυναμικές γραμμές του την ταυτόχρονη τάση του να «φύγει». Παράλληλα, ο όγκος του κτηρίου των γραφείων του Δημαρχείου, υποχωρεί κατά το μέγιστο δυνατό από το μέτωπο της οδού Παναμά, ώστε να εξασφαλιστεί ο μέγιστος δυνατός ανοιχτός χώρος, που μετά το πέρας της Α’ Φάσης διεκπεραίωσης του έργου, θα τοπιοτεχνηθεί ανάλογα για να προσφέρει χώρο πρασίνου, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα όσο το δυνατόν περισσότερα υφιστάμενα δέντρα.

Η αίθουσα συνεδριάσεων του Δημαρχείου τοποθετείται σε άμεση οπτική επαφή με το κέντρο μνήμης της σύνθεσης, ώστε η ανάμνηση της Μόρφου να είναι συνεχώς παρούσα, υπενθυμίζοντας στους παρευρισκόμενους στις συνεδριάσεις το σκοπό της παρουσίας τους εκεί και την ιστορία του τόπου. Ο σαφής διαχωρισμός της από τα υπόλοιπα τμήματα του Δημαρχείου που βρίσκονται στην άλλη πλευρά του κλιμακοστασίου, επιτρέπει στην αίθουσα συνεδριάσεων να λειτουργεί και σε κάποιο βαθμό αυτόνομα, ακόμη και σε περιπτώσεις που τα υπόλοιπα γραφεία του δημαρχείου είναι κλειστά.

Προσβάσεις και διακίνηση εντός του κτηρίου
Εκμεταλλευόμενοι το κλίμα της Κύπρου που σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους προσφέρει ικανές συνθήκες για διακίνηση του πεζού σε εξωτερικό χώρο, η αρχιτεκτονική ομάδα έκανε μια συνειδητή επιλογή για υιοθέτηση τάσεων που πηγάζουν από την λαϊκή αρχιτεκτονική παράδοση σχετικά με την αντίληψη της μετακίνησης μεταξύ διαφόρων χώρων. Η μετακίνηση μεταξύ των χώρων περιοδικής χρήσης στο ισόγειο γίνεται μέσω του εξωτερικού χώρου. Ο χρήστης βγαίνει από το εσωτερικό χώρο στον εξωτερικό για να μπει σε άλλο χώρο. Με αυτό τον τρόπο καταρχάς ενισχύεται η αντίληψη ότι βρίσκεται κανείς σε δημόσιο χώρο. Επιπλέον μειώνεται το κόστος κατασκευής του κτηρίου, καθώς και το κόστος θέρμανσης/ψύξης, εφόσον οι χώροι κίνησης είναι όλοι εξωτερικοί. Δεδομένου ότι η χρήση των λειτουργιών αυτών του ισογείου είναι περιοδική και κατά πάσα πιθανότητα ανεξάρτητη του κάθε χώρου από των υπολοίπων –συνεπώς ο χρήστης θα έχει τις περισσότερες φορές προορισμό μόνο ένα από τους χώρους- η δημιουργία ενός κλειστού εσωτερικού συστήματος διακίνησης κρίθηκε περιττή, οικονομικά ασύμφορη και κυρίως ασύμβατη με το καλό κλίμα του νησιού.