Monument in Mari (Competition)

Architects: Κωνσταντίνος Κωνσταντή, Θρασύβουλος Καραγιάννης
Location: Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί
Year: 2013

Η ίδια η έννοια του μνημείου προϋποθέτει την παρουσία των ίδιων των νεκρών. Ίσως σε ένα μεταφυσικό επίπεδο, αλλά την απαιτεί. Αλλιώς δεν έχει ουσία η απόδοση τιμών σε αυτούς, αν εκείνοι δεν είναι παρόντες. Το «μνημείο» ως λέξη ίσως να παραπέμπει ετυμολογικά στη μνήμη των νεκρών παρά στην απόδοση τιμών σε αυτούς, ωστόσο σε ένα χώρο τόσο απομονωμένο, στον οποίο η πρόσβαση γίνεται ελεγχόμενα, το μνημείο παύει να εξυπηρετεί τον πρωταρχικό του ρόλο. Οι παρευρισκόμενοι είναι εκεί διότι, έχοντας ήδη στη μνήμη τους τους νεκρούς, επέλεξαν συνειδητά να έρθουν για να τους τιμήσουν. Πλέον ο χώρος γίνεται χώρος συνάντησης. Ένα συναπάντημα δύο κόσμων που διαρκεί όσο διαρκεί μια πορεία προς το μνημείο. Οι δυο κόσμοι, των νεκρών και των ζωντανών, κινούνται για λίγο παράλληλα στο χωροχρόνο, σ’ αυτό το μοναδικό σημείο, επιτρέποντας στον καθένα φευγαλέες ματιές στο σύμπαν του άλλου. Η ύπαρξη του καθενός περιορίζεται αυστηρά στα όρια της δικής του πραγματικότητας και το πέρασμα στην απέναντι όχθη είναι τελεσίδικο. Το μόνο που επιτρέπεται είναι η παρατήρηση.

Εμείς οι νεκροί…
σας καλωσορίζουμε. Η πορεία προς το χώρο μνήμης γίνεται μέσα από μια αργή διαδικασία ανάβασης, σε μια αλληγορία του προσωρινού αποχωρισμού από τον κόσμο μας, κατά την οποία ο διαβάτης δεν έχει οπτική επαφή με τον προορισμό. Το ντεπόζιτο και ο γύρω χώρος γίνονται σημείο υποδοχής. Η πρώτη επαφή με τα πνεύματα. Το ντεπόζιτο που επιβιώνει και η αναμνηστική πλάκα σημειώνουν την φύση της τραγωδίας. Οι νεκροί εξιστορούν τα γεγονότα. Αφηγούνται τη μοίρα που τους έφερε στο χώρο. Το νερό γίνεται το δοχείο, ο φορέας των ψυχών και σαν τέτοιος ξενιστής επιτρέπει την αντίληψη της παρουσίας των πνευμάτων στο χώρο, αλλά και της κίνησης τους μέσα σε αυτόν. Δεν είναι το ίδιο ζωντανό και όμως είναι ορατό και κινείται δυναμικά στο τοπίο. Είναι ο Αχέροντας ποταμός, τον διάπλου του οποίου θα κάνει ο ψυχοπομπός θεός για να παραδώσει τις ψυχές των νεκρών στον Χάροντα, να τις περάσει στο βασίλειο του Άδου.

Ο περίπατος
Οι νεκροί συνοδεύουν –πλέον- τον επισκέπτη στην διαδρομή του. Νεκροί και ζωντανοί βαδίζουν χέρι με χέρι καθώς αγναντεύουν πια το σκηνικό που ξετυλίγεται μπροστά τους, σαν ορχήστρα αρχαίου θεάτρου στο οποίο ξαναπαίζονται στο μυαλό του διαβάτη όσα έχει ήδη ακούσει. Το νερό ρέει σε ένα αυλάκι σε μια παράλληλη διαδρομή με το μονοπάτι. Το υλικό του αυλακιού (ανεπίχριστο μπετόν με παλιά καλούπια), υπενθυμίζει την καταστροφή και τον εκφυλισμό που ακολουθεί το θάνατο. Η πορεία είναι χαλαρή, τεθλασμένη, σχεδόν νωχελική. Και οι δυο τους χρονοτριβούν. Κανείς δεν θέλει να πει αντίο ακόμα.

Το αντίο…
Όμως η συμπόρευση καταλήγει. Ο χώρος απόδοσης τιμών, εκεί που το τρισάγιο γίνεται ουσιαστικά αποχαιρετισμός…, εκεί αφήνουν τα χέρια. Για λίγο –μόνο για λίγο- το νερό χωρίζεται σε δεκατρία δοχεία-φορείς. Ο κάθε νεκρός έχει πλέον ταυτότητα και είναι εντοπίσιμος καθώς οι δικοί του τον αποχαιρετούν στην τελευταία προσωπική τους στιγμή. Δυο δοχεία πλάι-πλάι ξεχωρίζουν. Είναι τα δίδυμα αδέλφια. Πέραν από αυτό το σημείο οι ζωντανοί δεν μπορούν να ακολουθήσουν τους νεκρούς, οι οποίοι συνεχίζουν για να επιστρέψουν στο σημείο του θανάτου τους και την πύλη για μια άλλη διάσταση από την οποία βγήκαν για λίγο για να πουν την ιστορία τους… Η πορεία του νερού είναι τώρα ευθεία σε μια ταχύτατη κάθοδο. Ο αποχαιρετισμός έχει παρέλθει. Δεν υπάρχουν πλέον λόγοι για χρονοτριβές.

Η πύλη του Άδου
Η πύλη παραμένει εκεί που ήταν κάποτε ο κρατήρας. Είναι η είσοδος. Η Αχερουσία λίμνη. Το πέρασμα στον Άδη που καταλαμβάνει την αρχική περιφέρεια του κρατήρα. Η ίδια δε πύλη βρίσκεται στο κέντρο αυτής. Ένα πηγάδι που εκτείνεται πέρα από τον πάτο της λίμνης. Ο αόρατος πάτος προκαλεί την αίσθηση ότι το πηγάδι είναι απύθμενο και κατέρχεται στην άβυσσο ωσάν να πρόκειται όντως για την είσοδο στον Κάτω Κόσμο. Η λίμνη ολοκληρώνει οπτικά την διαμόρφωση που ορίζεται ήδη από το ανάγλυφο της περιοχής και παραπέμπει σε ορχήστρα αρχαίου θεάτρου –πηγή της πρωταρχικής έννοιας της τραγωδίας, ως ένα δράμα που εκτυλίσσεται μπροστά στους θεατές.

Τελευταίες ματιές
Ο αποχαιρετισμός όμως δεν ήταν το τέλος της διαδρομής για τον επισκέπτη. Έχει την ευκαιρία να ρίξει μερικές τελευταίες ματιές και να αντικρύσει την ίδια την Πύλη του Άδου. Πρέπει όμως να καταδυθεί σε ένα κόσμο ανάμεσα στους 2. Θα πρέπει να βρεθεί για λίγο σε ένα τοπίο που αιωρείται ανάμεσα στις δύο διαστάσεις. Από τον χώρο του τρισάγιου κατέρχεται σε μια διαδρομή που γεννιέται από το ίδιο το τοπίο. Τα σκαλοπάτια με φυσικά υλικά του τόπου. Η ίδια η πορεία αποκλίνει από αυτή των νεκρών υποδεικνύοντας ότι κατευθύνεται προς διαφορετικό προορισμό. Στο πρώτο σκέλος της πορείας ο περιπατητής ακόμη πατάει στο έδαφος –σημάδι πως βρίσκεται ακόμη στον κόσμο μας καθώς κατεβαίνει την πλαγιά. Στο δεύτερο τμήμα η κάθοδος έχει πλέον τελειώσει και η κατεύθυνση της πορείας στρέφεται πλέον προς την λίμνη, τα τελευταία βήματα. Ο επισκέπτης βαδίζει συνεχώς πάνω σε μια πλατφόρμα. Σε καμία περίπτωση δεν έρχεται σε φυσική επαφή με το έδαφος. Ο χώρος είναι ιερός και ταυτόχρονα απαγορευμένος. Μέσα από αυτή την πορεία ο περιηγητής θα έχει την ευκαιρία να πλησιάσει τα όρια του άλλου κόσμου χωρίς όμως να επιτρέπεται να περάσει σε αυτόν. Η πλατφόρμα εκτείνεται πάνω από τη λίμνη, καθώς ολοένα και πλησιάζουμε.

Το τέλος…
Στο χείλος της πλατφόρμας η πύλη του Άδου προκαλεί το δέος. Η οικογένεια, οι φίλοι, οι άγνωστοι… βλέπουν τους νεκρούς να καταδύονται στην Άβυσσο. Οι ίδιοι μπορούν να μείνουν μέχρι εδώ. Ο πόνος της απώλειας κορυφώνεται μαζί με τις τελευταίες ματιές, όμως η θάλασσα που ξεπροβάλει στον ορίζοντα προσφέρει παρηγοριά μέσα στην απεραντοσύνη της. Και ίσως ένα αίσθημα ανακούφισης. Το συναπάντημα έχει τελειώσει…